ΗΜΕΡΕΣ & ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16:30-20:00

Αρρυθμίες είναι οι διαταραχές του καρδιακού ρυθμού. Η φυσιολογική λειτουργία της καρδιάς δεν είναι μονότονα σταθερή όπως πιστεύουν μερικοί. Ο ρυθμός της αυξάνει και μειώνεται προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις ανάγκες του οργανισμού μας σε οξυγόνο κι ενέργεια, συστατικά που μεταφέρονται με το αίμα. Είναι όμως προγραμματισμένη να εργάζεται ρυθμικά και οι μεταβολές της καρδιακής συχνότητας γίνονται σταδιακά και σε αρμονία με τη συνολική λειτουργία του σώματος.

Όταν η λειτουργία της γίνεται άρρυθμη, όταν είναι αδικαιολόγητα γρήγορη ή εξαιρετικά βραδεία ή όταν διακόπτεται από παύσεις ή έκτακτες συστολές, που συχνά καταλαβαίνουμε σαν «χτυπήματα» στο στήθος, τότε μιλάμε για αρρυθμίες.

Οι αρρυθμίες διακρίνονται σε καλές αρρυθμίες και σε κακές αρρυθμίες.

Καλές αρρυθμίες είναι συχνότερα οι αθώες έκτακτες συστολές που αισθανόμαστε σαν «χτυπήματα» ή «φτερουγίσματα» στο στήθος .

Τα αίτια που τις προκαλούν μπορεί να είναι άγχος, υπερκατανάλωση καφέ ή αναψυκτικών, θυρεοειδοπάθεια, αναιμία. Η αντιμετώπιση των παραπάνω, ως επί το πλείστον βελτιώνει και τα συμπτώματα. Αν όμως δεν εντοπίζεται εξωκαρδιακό αίτιο και η παρουσία τους είναι έντονη και συχνή τότε είναι απαραίτητος περαιτέρω αρρυθμιολογικός έλεγχος.

Κακές αρρυθμίες μπορεί να είναι είτε βραδυκαρδίες είτε ταχυκαρδίες.

Στις βραδυκαρδίες το σημάδι συναγερμού για κάποιον που έχει μεγάλη βραδυκαρδία είναι τα συμπτώματα, όχι οι σφυγμοί. Κάποιος που αισθάνεται καλά έχοντας για πολλά χρόνια 50 σφυγμούς δεν είναι ασθενής. Αλλά κάποιος που είχε πάντα 70 σφυγμούς και ξαφνικά αισθάνεται άσχημα ή χάνει τις αισθήσεις του ενώ παρουσιάζει ασυνήθιστη για αυτόν βραδυκαρδία πρέπει να αναζητήσει συμβουλή.

Οι ταχυκαρδίες διακρίνονται σε αυτές που προκαλούν αποδιοργάνωση της λειτουργίας του οργανισμού, δηλαδή πτώση της αρτηριακής πίεσης ή και συγκοπή και σε αυτές που ο ασθενής ανέχεται καλά κι έτσι έχει το χρόνο να αναζητήσει με ψυχραιμία την κατάλληλη βοήθεια. Υπάρχουν και αρρυθμίες επικίνδυνες για την ζωή οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε γενετικά αίτια ή σε καρδιακή ανεπάρκεια.

Η συχνότερη αρρυθμία είναι η κολπική μαρμαρυγή που αποτελεί και το νούμερο ένα αίτιο πρόκλησης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Ένας στους τέσσερεις ενήλικες άνω των 40 ετών αναμένεται να εμφανίσει κολπική μαρμαρυγή σε κάποια φάση της ζωής του. Η θεραπεία της είναι καθοριστικής σημασίας όχι μόνο για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων αλλά και για την πρόληψη των επιπλοκών που προκαλεί.

Σε κάθε περίπτωση, όταν εμφανίζονται αρρυθμίες, καλό είναι να γίνεται ένας εμπεριστατωμένος αρρυθμιολογικός έλεγχος και όταν το πρόβλημα είναι πιο σύμπλοκο, τότε πλέον η παρέμβαση του ηλεκτροφυσιολόγου είναι απαραίτητη.

ΗΜΕΡΕΣ & ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ: ΤΕΤΑΡΤΗ 17:00-20:00

Σύμφωνα με τις περισσότερες μελέτες, 30% των ενηλίκων πάσχουν από συστηματική (αρτηριακή) υπέρταση και η θεραπεία της είναι η συνηθέστερη αιτία επισκέψεων στα ιατρεία.

  • Ο αριθμός των υπερτασικών ασθενών τείνει να αυξάνεται, στα πλαίσια της «γήρανσης» του πληθυσμού, μιας και μεμονωμένη συστολική ή συνδυασμός συστολικής και διαστολικής υπέρτασης παρατηρείται στην πλειοψηφία των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, ενώ σημαντική είναι και η συνεισφορά των ολοένα αυξανόμενων ποσοστών παχυσαρκίας στο γενικό πληθυσμό.
  • Η υπέρταση είναι στην ουσία μια ασυμπτωματική κατάσταση, αφορά κάθε ηλικία και εμπλέκει ιστούς και όργανα- στόχους.
  • Παρά τη σημαντική συνεισφορά της συστηματικής υπέρτασης στην αυξημένη καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνητότητα, μόλις οι μισοί ασθενείς επιτυγχάνουν τους θεραπευτικούς στόχους που τίθενται, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων συστηματικής υπέρτασης αφορούν ιδιοπαθείς μορφές της, στις οποίες οι παθογενετικοί μηχανισμοί δεν έχουν πλήρως κατανοηθεί, ενώ η κληρονομικότητα διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο.
  • Μικρό ποσοστό των ασθενών (5- 10%) πάσχουν από δευτεροπαθή υπέρταση, στην οποία υπόκεινται γνωστές νόσοι ή σύνδρομα.
  • Σε ένα ειδικό υπερτασιολογικό ιατρείο, αξία έχει- πέρα από την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση, η διερεύνηση ασθενών με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξή της (οικογενειακό ιστορικό, άμετρη λήψη αιθυλικής αλκοόλης, υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία, έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, δυσλιπιδαιμία ή σακχαρώδης διαβήτης), με τη διενέργεια τακτικού προληπτικού- προκλινικού- ελέγχου, η ανάδειξη και η πλήρης διερεύνηση πιθανών περιπτώσεων δευτεροπαθών μορφών υπέρτασης, καθώς επίσης και η πρόληψη των επιπλοκών, όπως και η αποφυγή και σε αντίθετη περίπτωση έγκαιρη διάγνωση και περαιτέρω αντιμετώπιση περιπτώσεων κακοήθους ή επιταχυνόμενης υπέρτασης και συνακόλουθα δυνητικών διαταραχών ιστών/ οργάνων- στόχων.